Ιπτάμενη Σακούλα

Μέρες τώρα τριγυρνώ
σε δρόμους, σε σοκάκια
σε κάμπους, σε λαγκάδια
σε αυλές, σε κήπους, πεζοδρόμια
κάποιες φορές κι αεροδρόμια.

Ανεμοδέρνομαι όλη την ώρα
– μια σακούλα μόνη εδώ τώρα –
και αναρωτιέμαι:
πώς θα ήταν η ζωή
αν δεν είχα φύγει εκείνη την ημέρα
απ’ της ιδιοκτήτριάς μου τη βέρα
όπου τυχαία είχα μπλεχτεί
και δίχως να το αντιληφθεί
εκείνη έσωσε τη βέρα
– που με κόπο είχε δεχτεί –
και εμένα με έδιωξε πέρα πέρα;

Ήμουν σακούλα θεμιτή
γλυκιά, μικρή, αγαπητή
με ευαισθησία στο περιβάλλον

βιοδιασπώμενη το δίχως άλλο.
Γεννήθηκα μαζί με άλλες τόσες
αλλά γρήγορα με κέρδισαν οι δόξες!

Σε ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ ζούσα
και όλο ανυπομονούσα
να με πάρει κάποιος κύριος ή κυρία
να με γεμίσει αμέσως με τρόφιμα και
– γιατί όχι – με λαχεία.
Είχα όνειρα
για μια άλλη ζωή είχα ελπίδες
αλλά δυστυχώς
με κέρδισαν
ο αέρας και οι τσουκνίδες.
Χορταίνω αέρα κοπανιστό
ή συντροφεύω καμιά μύγα
αν κάτσει τυχερό.
Πετάω στα σύννεφα
και σιγομουρμουρίζω
καμιά απλή ιστορία σβουρίζω
δίπλα στου ανέμου τα αστεία
ή ίπταμαι αθόρυβα
δίχως κανένα λόγο.

Εγώ η Ιπτάμενη Σακούλα
τώρα σας δίνω Λόγο:
θα ζήσω ελεύθερη όπως είμαι

δεν θα αρνηθώ αυτό που είμαι
θα αποδεχτώ το πλαστικό μου
πάντα θα το κουβαλώ εμπρός μου.

Και αν τύχει και βρεθεί
καμιά σακούλα ευγενική
που φέρνει σβούρες στη στιγμή,
θα ενδώσω
στου αέρα τη φουρτούνα,
για να μη με λεν γεροκουδούνα.
Ιπτάμενος χορός
μονομιάς θα αρχινίσει
και όλη η πλάση θα γλεντήσει!

 

ποίημα: Ιπτάμενη Σακούλα
συγγραφέας: Σύκα Γεωργία